Οδοιπορικό στην Πορτογαλία Μέρος 3ο (και τελευταίο)
ΕΖΗΣΑ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ, ΕΛΛΑΔΑ ΜΟΥ ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ.
Οδοιπορικό στην Πορτογαλία 3/7/04 – 7/7/04 Μερος 3ο
…Την Δευτέρα ξύπνησα στις 1 το μεσημέρι. Ένα μπάνιο στο ξενοδοχείο και μετά ένας μικρός περίπατος (μισή ώρα περίπου) στα δρομάκια γύρω απο την πλατεία. Επιστρέφω στο δωμάτιο οπου έφαγα κάτι σάντουιτς που είχα φτιάξει και κάτι σοκολάτες που είχα πάρει μαζι. Τηλέφωνο στο Θεόφιλο κατευθείαν...Κοιμότανε και αυτός. Θα με έπαιρνε μετά μου είπε. Έτσι κάθησα και εγώ στο κρεβάτι και άρχισα να σκέφτομαι τα χτεσινά. Είμαστε στη Λισσαβώνα όπου είδαμε την Εθνική μας ομάδα να στέφεται πρωταθλήτρια Ευρώπης. Φτιάχνω λίγο τα πράγματα μου στο δωμάτιο. Ο Θεόφιλος παίρνει τηλέφωνο όποτε λέμε σε κανενα μισάωρο να πάμε καμιά βολτίτσα στην πόλη. Έτσι και έγινε. Ξεκινάμε την περιπλάνηση πίνοντας ένα καφέ στην καφετέρια που βρίσκεται ακριβώς απέναντι απο τα ανταλακτήρια συναλάγματος. Άθλιος καφες! Πούλμαν με Ελληνικές σημαίες βρίσκονται μπροστά μας καθώς περιμένουν τον κόσμο για να φύγουν να πάνε στην Ελλάδα. Δε τους ζηλέυω!
Μετά τον καφέ ήρθε η ώρα της αναζήτησης ενθυμίων απο την χτεσινή ημέρα. Τι καλύτερο λοιπόν απο τις πρωινές αθλητικές εφημερίδες της Πορτογαλίας; O Jogo, Record, A Bola αγοράστηκαν απο την πρώτη στιγμή. Ένας φίλος στην καφετέρια μας δείχνει και το πρωτοσέλιδο της Ισπανικής Marca. Μόλις την βρίσκω, την αγοράζω και αυτή. Αγοράζουμε και σουβενίρ άπο τα μαγαζάκια στον πεζόδρομο της Rua Augusta που καταλήγει στην Praca do Conercio. Κάνουμε βόλτα στους γύρω δρόμους, θαυμάζοντας την αρχιτεκτονική των περισσότερων κτιρίων που σαν συνοικία, θυμίζουν Πλάκα, με ταβερνούλες να πετάγονται απο το πουθενά, καφενεία. Μια άλλη Αθήνα! Γυρίζουμε στο ξενοδοχείο γύρω στις 7 το απόγευμα, αφήνοντας τα πράγματα που ψωνίσαμε και βγαίνουμε για φαγητό. Καθόμαστε σε ένα μαγαζάκι στην Rua da Prata όπου συνομιλούμε με το σερβιτόρο και μας περιγράφει λίγο τη διατροφή των Πορτογάλων. Μας λέει λοιπόν, οτι στη Λισσαβώνα ο κόσμος τρώει περισσότερο κρέας ενώ σε άλλα πιο παραθαλάσσια μέρη, όπως το Οπόρτο, προτιμούν τα θαλασσινά.
Παρήγγειλα ενα mix κρεατικών και προς μεγάλη μου έκπληξη δεν διέφερε σε τίποτα απο τις μερίδες που σερβίρουν στην Ελλάδα. Το σερβίρουν με πατάτες, σαλάτα και ρύζι. Το κρέας, ψημένο στα κάρβουνα, ήτανε νοστιμότατο. Για την ιστορία, η μερίδα αυτή (μέτρια σε ποσότητα) μαζί με μια σαλάτα και το κουβέρ, μας κόστισε 17 ευρώ κατ’ άτομο. Φεύγουμε απο εκεί και επιστρέφουμε στο ξενοδοχείο, όπου ετοιμαζόμαστε για μια βραδυνή έξοδο. Κάποιοι Έλληνες μας λένε οτι υπάρχει μια περιοχή που λέγεται Docas και έχει όλα τα νυχτερινα μαγαζιά στη σειρά! Φτάνοντας εκεί, είναι σαν να είμαστε στο Πασαλιμάνι! Η μαρίνα με τις βάρκες μπροστά, και σε μία απόσταση 100 μέτρων, γύρω στα 10 μαγαζιά σε στυλ καφετέριας, κλάμπ. Πολύ όμορφος χώρος αλλά μικρός. Καθήσαμε σε ένα απο αυτά.
Παρήγγειλα μια Καεπιρίνια, που είναι χαρακτηριστικό ποτό των Πορτογάλων. Δεν μπορώ να περιγράψω την γέυση του αλλα μπορώ να πω πως σερβίρεται με κομμάτια λεμονιού, τριμένο παγο, σε ποτήρι του ουίσκυ. Το μόνο σίγουρο με αυτό το ποτό είναι το γεγονός οτι είναι πολύ δυνατό κυρίως για αυτούς που πίνουν τα στάνταρ αλκοολούχα ποτά (Ουίσκυ, Βότκα) διότι για εκείνους που έχουν συνηθίσει στην τσικουδιά και την ρακή, δεν υπάρχει πρόβλημα. Φέυγουμε απο τα Docas περίπου στις 12μισι τρώγοντας ένα «βρώμικο». Ναι, καλά διαβάσατε, καντίνες με «βρώμικα» βρίσκονταν λίγο πιο πέρα. Τίποτα το ίδιαίτερο με αυτό, μακράν πιο γευστικά αυτά στην Ελλάδα. Επιστροφή στην πλατεία Ρουσιο με ταξί, και ύπνος στο ξενοδοχείο. Η κούραση είχε κάνει βλέπετε την εμφάνισή της ξανά.
Την Τρίτη κατεβαίνουμε για πρωινό στο ξενοδοχείο, το οποίο μας απογοήτευσε οικτρά. Έτσι, εγώ και ο Θεόφιλος, φύγαμε για ένα καφέ στην Martin Moniz περπατώντας μέσα απο κάτι σοκάκια και διαπιστώνοντας πως είναι ακριβώς όπως μερικά σοκάκια στην Αθήνα. Στενά πολύ, με μικρέμπορους να πουλούν διάφορα, ζητιάνους κλπ κλπ. Το φημισμένο Galao (προφέρεται «Γαλάο») έρχεται στο τραπέζι μας. Προσπαθούμε να καταλάβουμε τί έγινε. Είμαστε πρωταθλητές Ευρώπης. Η συζήτηση έρχεται γύρω απο την Λισσαβώνα και τους Πορτογάλους. Τους ευχαριστούμε για όλα. Για την υποδοχή, την συμπεριφορά, τα πανηγύρια...Γυρίζουμε στην Ρουσιο, όπου βρίσκουμε τη φίλη του Θεόφιλου να μας περιμένει. Αποφασίζουμε να ξοδέψουμε την ημέρα στο Κολόμπο (Εμπορικό κέντρο δίπλα στο Ντα Λούζ) μήπως βρούμε κανένα αναμνηστικό του Κυριακάτικου τελικού.
Δε γίνεται όμως να το γυρίσουμε όλο. Σταματάμε μετά απο λίγο...καθόμαστε να φάμε σε ένα Ισραηλίτικο εστιατόρειο (σαν ψητοπωλείο). Τσουχτερός ο λογαριασμός και εκεί! Αφού περάσαμε αρκετές ώρες εκεί, φεύγουμε πάλι για τη Ρούσιο για ένα ποτάκι. Συναντάμε εκεί τον Μιχάλη και τη Μαρία σε μία καφετέρια. Καθόμαστε μαζί τους και αρχίζουμε την συζήτηση...μετα απο αρκετές ώρες (και αφού είχε πια νυχτώσει και ο σερβιτόρος μας ζήτησε ευγενικά να αποχωρήσουμε γιατι κλείνανε) ανανεώνουμε το ραντεβού μας για την Αθήνα, να βρεθούμε στα πάτρια εδάφη! Να είστε καλά, παιδιά.
Την επόμενη μέρα το πρωί, αεροδρόμιο και επιστροφή στο Χίθροου. Τό όνειρο τελείωσε. Σημασία έχει οτι το ζήσαμε.
Σας ευχαριστώ όλους όσους βοηθήσατε σε αυτό. Να είστε όλοι καλά.
Βασίλης
Υ.Γ: Μερικά πράγματα που μου μείνανε απο την Λισσαβώνα: Πολύ φιλόξενοι άνθρωποι. Ήρεμη ζωή (ειδικά τη Δευτέρα και την Τρίτη), πανέμορφες γυναίκες, φθηνά προιόντα σε σύγκριση με την Ελλάδα, Βραζιλιάνικη ατμόσφαιρα αν και ιστορικά αποδεικνύεται οτι η Βραζιλία είναι η Πορτογαλία της Αμερικής και όχι το ανάποδο.

0 Comments:
Post a Comment
<< Home